maila Grieks
3 vertalingen
| Vertaling | Context | Audio |
|---|---|---|
|
gebruikelijk
🇫🇮 Hän osui mailalla palloon
🇬🇷 Αυτός χτύπησε τη μπάλα με τη ρακέτα του
🇫🇮 Lapsi piti mailaa tenniksessä
🇬🇷 Το παιδί κρατούσε τη ρακέτα στο τένις
|
dagelijks gebruik | |
|
gebruikelijk
🇫🇮 Tennismaila on tärkeä väline
🇬🇷 Η ρακέτα του τένις είναι ένα σημαντικό εργαλείο
🇫🇮 Tenniksen maila on kevyt ja kestävä
🇬🇷 Η ρακέτα του τένις είναι ελαφριά και ανθεκτική
|
technisch | |
|
zeldzaam
🇫🇮 Hän osti uuden mailan koripalloon
🇬🇷 Αγόρασε μια καινούρια ρακέτα για το μπάσκετ
🇫🇮 Koripallon maila on pitkä ja kestävä
🇬🇷 Η ρακέτα του μπάσκετ είναι μακριά και ανθεκτική
|
technisch |